Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Ρίτα Αντωνοπούλου: «Οι μισές ευχές που μου δίνουν εάν έβγαιναν αληθινές, θα ήμουν σίγουρα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον πλανήτη».



Συνέντευξη
στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο 

Πάνω κάτω η Πατησίων. Φωνή μπάσα επιβλητική. Τα γαλάζια μάτια σε κατεύθυνση ίσια προς τα μέσα. Δεν τραγουδά· χαράσσει δρόμους στα ερεβώδη τοπία του Εαυτού. Ποίηση και μελωδία- πόνος και ηδονή- ρυθμός και καρδιοχτύπι · όλα μαζί υποτάσσονται στο αδιαπραγμάτευτο της θωριάς της.

Η Τέχνη γίνεται όπλο. Ο κόσμος γίνεται μια τεράστια αγκαλιά. Η μουσική κερδίζει το χάος.


Το Μουσικό μας Καφενείο συναντά την Ρίτα Αντωνοπούλου και συζητάμε μαζί της για την περιοδεία της με τον Γιάννη Κότσιρα και τον Θάνο Μικρούτσικο… την νέα της δισκογραφική δουλειά που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει το φθινόπωρο και γι’ άλλα πολλά.


  • Τι έχει να προσφέρει η μουσική και το τραγούδι σήμερα; Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς υπάρχει χώρος για την Τέχνη; 

Νιώθω ότι η ερώτηση είναι ρητορική...το τραγούδι κι η μουσική –γενικότερα-  πήγαιναν και πάνε πάντα χέρι χέρι με την όποια συγκυρία. Δεν είναι τυχαίο, που ολόκληρες εποχές αναβιώνουν μόνο και μόνο με το άκουσμα μιας μελωδίας. Η μουσική ενώνει. Δεν είναι πανάκεια, ούτε θα μας βρει τις λύσεις για τα σοβαρότατα προβλήματα μας...αλλά η συμβολή της στην ψυχολογία μας είναι καθοριστική. Για μένα που την υπηρετώ, είναι το σωσίβιό μου και με έχει σώσει από πολλές θαλασσοταραχές.
  • Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει την δουλειά σας; 

Φυσικά. Τίποτα δε μένει ανεπηρέαστο μέσα σε τέτοιο χαλασμό! Εξάλλου, η δική μας δουλειά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον κόσμο...αν ο κόσμος υποφέρει, αυτό θα μεταφερθεί και στο χώρο μας άμεσα. Γι' αυτό κι έχει τεράστια σημασία πια η προσέλευση του κόσμου στις παραστάσεις μας. Δεν είναι τίποτα δεδομένο. Είναι ουσιαστική επιλογή του κόσμου που έρχεται να διαθέσει το όποιο μικρό πόσο, για να ψυχαγωγηθεί με το τρόπο που επιθυμεί. Εγώ προσωπικά νιώθω τεράστια τιμή κάθε φορά που αντικρίζω όλα αυτά τα πρόσωπα κάτω από τη σκηνή. Οι συνθήκες έχουν δυσκολέψει παρά πολύ και για μας, αλλά για μένα είναι μονόδρομος. Έχω διαλέξει αυτή τη δουλειά...ή με έχει διαλέξει...δεν την αλλάζω.
  • Σε κάποια δύσκολη στιγμή θα κάνατε παραχωρήσεις;
Νομίζω είναι γενική η ερώτηση και δυσκολεύομαι να απαντήσω. Ποια θα ήταν μια δύσκολη στιγμή και για τι είδους παραχώρηση μιλάμε; Όσον αφορά στην ποιότητα της δουλειάς μου, η απάντηση είναι σίγουρα όχι. Όσον αφορά στην αξιοπρέπεια μου και στην υπερηφάνειά,  μου η απάντηση είναι σίγουρα όχι.
  • Υπάρχει «ποιοτικό» τραγούδι;

Ξέρετε, η ποιότητα είναι αδιαμφισβήτητη σε κάποια πράγματα. Στην τέχνη, όμως, είναι λίγο πιο μπερδεμένο το θέμα. Δε νομίζω ότι υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ ποιοτικού και μη ποιοτικού τραγουδιού, γιατί απλά μπαίνει στη μέση ο παράγοντας «προσωπική αισθητική». Κάτι που εγώ μπορεί να το θεωρώ σκουπίδι, για κάποιον άλλον μπορεί να είναι έργο τέχνης. Ο καθένας έχει τη δική του αίσθηση για τα πράγματα. Θα ήθελα, όμως, να πιστεύω ότι δε θα έμπαινε υπό αμφισβήτηση από κανέναν το χαμόγελο της Τζοκόντα του Χατζιδάκι.



  • Ποιος ο ρόλος του ίντερνετ στην διάδοση και προώθηση της δουλειάς σας;

Τεράστιος. Είναι το βασικότερο εργαλείο της δουλειάς μας πια μαζί με τα live. Εγώ έχω -ας πούμε- κάνει συναυλίες στο εξωτερικό μέσω ανθρώπων, που με ανακάλυψαν από το Ίντερνετ. Ξέρεις ότι η μουσική σου μπορεί να ακουστεί παντού.

  • Ποια είναι η επαφή σας με το κοινό;

Αυτό είναι ένα μαγικό αλισβερίσι. Παίρνω τόσα πολλά...ένα βλέμμα μόνο μπορεί να με γεμίσει για μέρες. Οι μισές ευχές που μου δίνουν εάν έβγαιναν αληθινές, θα ήμουν σίγουρα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον πλανήτη. Κι αυτή η σύνδεση, τη στιγμή της παράστασης, δεν περιγράφεται με λόγια. Είναι φορές, που απλά νιώθω την ανάγκη να γυρίσω το κεφάλι προς τα πάνω και να πω ευχαριστώ για αυτό που ζω.

  • Πως είναι να δουλεύει κάποιος με τον κ. Μικρούτσικο;

Καλομαθαίνεις και μετά δύσκολα προσαρμόζεσαι αλλού. Είναι ο απόλυτος επαγγελματίας, ο δημιουργός που σέβεται τους συνεργάτες του και λατρεύει με πάθος αυτό που κάνει και ταυτόχρονα ένας άνθρωπος γεμάτος ενέργεια που μας παρασύρει όλους! Είναι μοναδικός και για μένα πια, μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας, είναι σαν οικογένεια. Είναι σαφέστατα ο πιο σημαντικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει σε αυτόν το χώρο κι είναι τιμή μου που είμαι δίπλα του.



  • Μετανιώσατε ποτέ για τον δρόμο που ακολουθήσατε;

Εδώ απλά γελάμε...ΠΟΤΕ!

  • Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο για την συνεργασία σας με τον Γιάννη Κότσιρα και την περιοδεία σας;

Ο Γιάννης είναι ένας υπέροχος συνεργάτης, αλλά πιο πολύ ένας εξαιρετικός τραγουδιστής. Είναι Πολύ μεγάλη η χαρά μου που είμαστε μαζί. Η περιοδεία μας είναι από τις πιο επιτυχημένες του καλοκαιριού, αλλά και του χειμώνα που μας πέρασε κι αυτό σίγουρα έχει να κάνει με το ότι μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος, αλλά και τον ίδιο σεβασμό για αυτό που κάνουμε. Δεν είναι τυχαία στη θέση που είναι όλα αυτά τα χρόνια.

  • Ποια είναι τα σχέδιά σας για τον χειμώνα;

Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η καινούρια μου δισκογραφική δουλειά, σε στίχους και μουσική του Γιώργου Ανδρέου. Είναι μια δουλειά που ετοιμάζουμε εδώ και περίπου δυο χρόνια και περιμένω πώς και πώς τις αντιδράσεις του κόσμου. Πιστεύω πολύ στα τραγούδια αυτά κι ελπίζω να «δικαιωθούμε»...εννοώ με το να αγαπηθούν από τον κόσμο.





Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

ΠΑΡΚΟΥΡ, ΕΛΕΝΗ ΓΑΛΑΝΗ



ΕΛΕΝΗ ΓΑΛΑΝΗ
ΠΑΡΚΟΥΡ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ


Του Γιώργου Λίλλη*


Το παρκούρ γνωστό και ως Τέχνη της Φυγής, είναι μια γαλλικής καταγωγής μη-ανταγωνιστική σωματική και πνευματική τέχνη που έχει ως στόχο την ταχύτατη και βέλτιστη δυνατή μετακίνηση από οποιοδήποτε σημείο του χώρου Α σε διαφορετικό σημείο Β, χρησιμοποιώντας μόνο τις ανθρώπινες σωματικές ικανότητες.
Στόχος του παρκούρ είναι ουσιαστικά η υπερπήδηση εμποδίων, φυσικών και τεχνητών, όπου ως εμπόδια μπορούν να θεωρηθούν τα πάντα, από βράχοι, ποτάμια, ή κλαδιά μέχρι τοίχοι, πεζούλια, ή κάγκελα. Είναι ένας τρόπος να εντοπίζουμε εναλλακτικούς τρόπους κίνησης και πορείας, τους οποίους ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε τόσο στην καθημερινή μας ζωή, όσο και σε καταστάσεις εκτάκτων αναγκών.
Δεν είναι τυχαίο που η Ελένη Γαλάνη τιτλοφορεί την πρώτη ποιητική συλλογή Παρκούρ. Τα ποιήματά της παρέχουν τρόπους διαφυγής από την στιβαρή καθημερινότητα, από την αγωνία να υπερπηδήσουμε εμπόδια που μας εμποδίζουν να ζούμε ελεύθεροι. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής μοιάζει με χρυσή φυλακή. Και η ποίηση, όντας ανεξάρτητη, αυτόνομη, κι όμως βαθύτατα ανθρώπινη, συνεχίζει να παρέχει τρόπος διαφυγής προς την ουσία της ύπαρξης, δηλαδή στην πηγή των αισθημάτων μας, όπου απαντάται το καθαρό μας βλέμμα πάνω στη ζωή:

Παραμύθια χτίσαν τα παραμύθια

κι εγώ κατασκευάζω
πουλιά

ή

ιδεόγραμμα ικεσίας
ακατανόητο
που εκλιπαρούσε την άνοιξη
χαράσσοντας με νύχια
και νύχια
το φως
στου χάρτινου ουρανού το παράθυρο


Η Γαλάνη καταφέρνει με το πρώτο βιβλίο της να βάλει το πήχη πολύ ψηλά. Δεν μιμείται, πράγμα που εύκολα μπορεί να συμβεί σε πρώτο βιβλίο, έχει αίσθηση του ρυθμού και οι στίχοι της αποκαλύπτουν την προσωπική της φωνή. Δεν επιθυμεί να εντυπωσιάσει, αλλά να συνομιλήσει. Και αυτό είναι το σπουδαίο σε κάθε αληθινό ποίημα. Να ανοίγει δρόμους επικοινωνίας.
Βρίσκω στα ποιήματά της έναν συνοδοιπόρο. Που επιθυμεί να μου δώσει το χέρι για να διασχίζουμε μαζί τις ατραπούς της καθημερινότητας. Αγωνίζεται να μην τυφλωθεί από το εφήμερο και αυτό μου δίνει δύναμη να διαπραγματευτώ κι εγώ με τις δικές μου απώλειες και φόβους. Ώριμη γραφή, που φανερώνει πως έχουν περάσει χρόνια κυοφορίας και σπουδής πάνω σ΄ αυτή την παράξενα εκλεπτυσμένη τέχνη που δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται.

ανάσκελη ανασαίνοντας
φάρμακα υγρά νεφελοποιητές
καταπίνω καλειδοσκόπια
προσμένοντας το θαυμάσιο
στα σημεία συνάντησης των γκρεμών
στα σώματα τα ριψοκίνδυνα της πτώσης.

*Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Ένα χρόνο αργότερα με την οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Στην αρχή στην Αθήνα και μετά στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί και σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά (ΠοίησηΜανδραγόρας,ΔέντροΑκτήΓραφή). Επιμελείται ραδιοφωνικές εκπομπές στη Γερμανία στις οποίες παρουσιάζει Έλληνες ποιητές και μουσικούς (μεταξύ άλλων τους Νίκο Καββαδία, Νικόλα Άσιμο και Μίκη Θεοδωράκη). Έχει μεταφράσει στα ελληνικά Βισλάβα Σιμπόρσκα, Έριχ Φριντ, Λι Τάι Πε καθώς και Ινδιάνους ποιητές. Έργα του: 'Ίχνη στο χιόνι (μυθιστόρημα 2012), Μικρή διαθήκη (ποιήματα 2012)Τα όρια του λαβυρίνθου (ποιήματα, 2008), Στο σκοτάδι μετέωρος (ποιήματα, 2003), Η χώρα των κοιμώμενων υδάτων (ποιήματα, 2001), Το δέρμα της νύχτας (ποιήματα, 1999).


Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ & ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ 2014 - ΤΟ “ΒΑΚΧΕΥΕΙΝ” ΕΣΤΙΝ “ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ”; (ARS & VITA ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ)


ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΓΡΑΦΕΙ & ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ
Η ΛΙΛΑ ΠΑΠΑΠΑΣΧΟΥ



Ιδού η απορία... Ο ανθρώπινος ορθολογισμός κόντρα στις απεριόριστες και ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης. Το οξύμωρο της ανθρώπινης βιολογίας, που από τη μια μας καθιστά ικανούς να συλλάβουμε την έννοια του Θείου, του Ιδανικού, του πιο πέρα και του πιο πάνω από τον ανθρώπινο νου κι απ' την άλλη μας αφήνει έρμαια στα πιο ταπεινά, τα πιο σκοτεινά, τα πιο αποτρόπαια ένστικτα μας.

Σάββατο βράδυ, 9 Αυγούστου... μ' ένα σχεδόν γεμάτο φεγγάρι να δεσπόζει στον ουρανό, πάνω από τον “ιερό” χώρο του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου... οι Βάκχες του Ευριπίδη, ένα από τα πιο σπουδαία, κατά τη γνώμη μου, έργα της παγκόσμιας δραματουργίας (μετά τη Μήδεια), αξιώθηκαν μία από τις πιο άρτιες, ολοκληρωμένες και ευφυείς μεταφορές τους στο θέατρο, χάρη στο αδιαμφισβήτητο “χάρισμα” της Άντζελας Μπρούσκου, να μετατρέπει όποιο έργο πιάνει στα χέρια, τα μάτια και την ψυχή της, σε μια μοναδική και ανεπανάληπτη καλλιτεχνική εμπειρία.

Η Άντζελα Μπρούσκου, μία από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου κατάφερε για άλλη μια φορά με την ρηξικέλευθη, αλλά όχι αμετροεπή σκηνοθεσία της και τα εξόχως εύστοχα κοστούμια με τα οποία έντυσε τους ηθοποιούς της, κινούμενη με άνεση ανάμεσα στο καθαρά παγανιστικό στοιχείο της ελληνικής φύσης και την στιλιστική κομψότητα μιας εντελώς δυτικοποιημένης κοινωνίας, να δώσει στις Βάκχες, όλη τη μεγαλειώδη, τραγική διάσταση, που τους αναλογεί. Μέσα σε μια χωμάτινη αρένα, με το θρόνο του Πενθέα να δεσπόζει στη μέση – ενδιαφέρουσα η σκηνογραφική άποψη του Σταύρου Λίτινα – οι ήρωες του έργου κρύβονται, ο καθένας πίσω από το δικό του προσωπείο, άλλοτε σκληρό κι άκαμπτο, υποταγμένο στην ανθρώπινη λογική κι άλλοτε παράφορο, ανεξέλεγκτο, παραμορφωμένο από την εμπειρία της βακχείας. Πολύ προσεγμένη η δουλειά της Μάρθας Φωκά στις μάσκες και τα υπόλοιπα σκηνικά αντικείμενα.

Βασισμένη στην περιεκτικότατη σε νοήματα, ποιητικά ωμή, μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, η Μπρούσκου επιδίωξε μέσα από κάθε σκηνική της σύνθεση, να διογκώσει το χάσμα ανάμεσα στην ανθρώπινη σωφροσύνη, η οποία αντιστέκεται σθεναρά στο ορμέμφυτο κάλεσμα της και τη “βακχική έκσταση”, που στο τέλος ισοπεδώνει τα πάντα και τους πάντες, στο σαρωτικό της πέρασμα. Όλοι οι ήρωες του πολυδιάστατου έργου του Ευριπίδη, στο τέλος θα “πάθουν”. Για να μάθουν; Μάλλον επειδή μέχρι τώρα τίποτα δεν έμαθαν. Το έργο αντικατοπτρίζει όσο κανένα άλλο, την σύγκρουση του Ανθρώπου με τη Θεϊκή Παντοδυναμία (ο συγγραφέας θεωρείται ο πιο “ανθρώπινος” απ' τους τρεις μεγάλους τραγικούς μας ποιητές) και παραμένει πανίσχυρο και αβάσταχτα επίκαιρο. Ειδικά σε μια εποχή που η έννοια του Θείου, που ενυπάρχει μέσα μας - όσο κι αν για κάποιους αυτή η πίστη δεν είναι ενσυνείδητη - έχει εγκλωβιστεί σε δόγματα και μισαλλοδοξίες, αντίθετες από την πραγματική φύση του ανθρώπου και από την ίδια την έννοια του Θεού.

Καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης, φάνηκε πόσο απασχόλησε τη δημιουργό, αυτή η διάσταση, ανάμεσα στον ορθολογισμό και τη φυσική νομοτέλεια. Χρησιμοποιώντας από την εναρκτήρια σκηνή με περισσή μαεστρία, όλο το χώρο μπροστά και πίσω από την κεντρική σκηνή του θεάτρου, για να “εισάγει” και να “εξάγει” τους ηθοποιούς της, επεκτείνοντας την δράση έξω από τα υποτιθέμενα τείχη της Θήβας, μας ανέβασε νοητά μέχρι τα βουνά του Κιθαιρώνα. Εκεί μέσα από τις γλαφυρότατες περιγραφές των εκάστοτε κορυφαίων του εξαμελούς χορού - ένα τεράστιο μπράβο σ' όλους ανεξαιρέτως τους ηθοποιούς!- είδαμε, ακούσαμε κι αισθανθήκαμε όλα τα φοβερά και τρομερά, που έπρατταν η Αγαύη κι οι αδελφές της, υπό την επήρεια της θεϊκής καταληψίας του εκδικητικού Διόνυσου. Ο θεός του οίνου, των οργίων και της αχαλίνωτης ηδονής καταφθάνει στην πόλη της Θήβας, έχοντας τη μορφή ενός όμορφου, ανδρόγυνου νέου, που σαγηνεύει σαν γνήσιος δανδής τις θηλυκές δυνάμεις της πόλης, ταράζοντας τα μυαλά των γυναικών, θολώνοντας την κρίση και το θυμικό τους, μετατρέποντας τις σε ξέφρενες μαινάδες. Ο απώτερος σκοπός του είναι, να εκδικηθεί την βασιλική οικογένεια για το “φόνο” της μητέρας του Σεμέλης, αλλά και για την φοβερή ύβρη που διέπραξαν, απέναντι στον ίδιο και την - εκ του Διός - θεϊκή του καταγωγή. Τον αμφισβήτησαν, τον περιγέλασαν, τον φυλάκισαν, με πρωτοστάτη τον άρχοντα Πενθέα, που σύντομα θα δοκιμάσει από χέρι...μητρικό, την πιο φρικιαστική τιμωρία.




Όλο αυτό το παγανιστικό σκηνικό, διονυσιακής λατρείας, το οποίο εκτυλίχθηκε μέσα σε μια χωμάτινη αρένα, κλήθηκαν να ζωντανέψουν ερμηνευτικά, μερικοί από τους πιο ταλαντούχους Έλληνες ηθοποιούς. Αν και βρήκα συγκλονιστικές της ερμηνείες στο σύνολο τους (συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της Μπρούσκου στον απαιτητικότατο ρόλο της Αγαύης), θα ήθελα να σταθώ αρχικά στον καταπληκτικό, ανατρεπτικό και θλιβερά σαρκαστικό Τειρεσία της Μαρίας Κίτσου, την οποία θαύμασα απεριόριστα, για τον τρόπο που υποστήριξε την τολμηρή επιλογή της σκηνοθετικής γραμμής, να εμφανιστεί ο σεβάσμιος μάντης, με τη μορφή ενός ολόδροσου κοριτσιού, ντυμένου “λολίτα”. Ήταν τόσο μεστός ο λόγος της, τόσο δυνατή η ερμηνεία της και κυρίως τόσο αδιαμφισβήτητο το κύρος της επί σκηνής, που δεν άφησε σε κανέναν περιθώριο να αμφισβητήσει, ότι ακόμα κι ένας σπουδαίος, σοφός γέροντας, κάτω από την βακχική επιρροή, θα μπορούσε να έχει αυτή τη μορφή. Ο Κάδμος του Γιώργου Μπινιάρη, ξεκίνησε ως ένας κομψός ηλικιωμένος, με αέρα Ευρωπαίου αριστοκράτη, ο οποίος δείχνει να ευφραίνεται από τη διονυσιακή επιρροή και προσπαθεί να πείσει και τον Πενθέα ν' αποδεχτεί τον νεοφερμένο θεό και την “ξέφρενη” λατρεία του. Σταδιακά, βλέποντας τη σθεναρή αντίσταση του εγγονού του και το πείσμα του να γιγαντώνονται, παρακολουθεί το βασίλειο του να καταρρέει, ανήμπορος να εμποδίσει την καταστροφή. Στο τέλος, αγκαλιά με την “αιματοβαμμένη” Αγαύη, αποδέχονται παθητικά την ισοπεδωτική τιμωρία, που επιφύλαξε γι' αυτούς ο γιος της Σεμέλης και του Δία.

Τα πιο θερμά συγχαρητήρια όμως, αξίζουν στο αντιθετικό δίδυμο Πενθέας – Διόνυσος, όχι τόσο λόγω της σπουδαιότητας των ρόλων τους μέσα στο ίδιο το έργο, αλλά κυρίως ως φόρο τιμής στον ερμηνευτικό άθλο του Άρη Σερβετάλη και της Αγλαΐας Παππά.

Τυγχάνει, να θαυμάζω απεριόριστα τους δύο καλλιτέχνες που προανέφερα, τόσο για τις ερμηνευτικές τους δυνατότητες, όσο και για το ήθος που φέρουν επί - και εκτός – σκηνής. Παράλληλα είναι και οι δύο, από τους λίγους Έλληνες ηθοποιούς, που ενώ κατέκτησαν από τα πρώτα τους βήματα τη λεγόμενη αναγνωρισιμότητα (σιχαίνομαι τη λέξη διασημότητα) του ευρύτερου θεατρικού - στην περίπτωση του Άρη Σερβετάλη και του τηλεοπτικού-κινηματογραφικού κοινού, δεν λοξοδρόμησαν ποτέ, από τον εξαιρετικά απαιτητικό καλλιτεχνικό τους δρόμο, που επί σειρά ετών, περπατούν με σταθερά και σίγουρα βήματα.



Ο Άρης Σερβετάλης, κυριολεκτικά αγνώριστος ως Πενθέας, στην αρχή αμείλικτος κι ακλόνητος ηγέτης, κόβοντας τον αέρα με το φοβερό του μαστίγιο-καμτσίκι, έμοιαζε με καβαλάρη δίχως άλογο, που πασχίζει, να πιστέψει κι ο ίδιος την σοβαρότητα των ίδιων του των απειλών. Έχοντας, ν' αναμετρηθεί μ' έναν άγνωστο, νεοφερμένο εχθρό, που έφερε στην πόλη του το “δαίμονα”, αρχίζει έναν άνισο αγώνα, με βασική αντίπαλο την ίδια του την μητέρα. Ο ηθοποιός, χωρίς να χάσει την αίσθηση του μέτρου σε κανένα απολύτως σημείο, είχε όλη την παραφορά του ανθρώπου, που ενώ ξεκινά αποφασισμένος και σίγουρος για την ορθότητα των επιλογών του, στο τέλος συνθλίβεται από το ίδιο το “κακό” που πολεμά, το οποίο βρίσκει την απόλυτη απεικόνιση του στο πρόσωπο του σαγηνευτικά γοητευτικού Διόνυσου, που μισεί, περιφρονεί κι εκδικείται τους εχθρούς του, όπως θα έπραττε ένας κανονικός, αμαρτωλός άνθρωπος.

Ο Διόνυσος της Αγλαΐας Παππά, ήταν ένα χάρμα οφθαλμών, τόσο εικαστικά – κομψότατη κι απελπιστικά ελκυστική μέσα στο μαύρο της κοστούμι – όσο και υποκριτικά. Η ανδρόγυνη φιγούρα της ηθοποιού, με την ξανθιά κόμη που εξέπεμπε μια απόκοσμη αύρα, μετέδωσε τη λάμψη της μέχρι και τον τελευταίο θεατή. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την καλοδουλεμένη, καθαρή και βαθιά φωνή της, “παρέσυραν” το κοινό και δόνησαν το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Η Αγλαΐα Παππά συνέθεσε ένα πορτραίτο αβίαστης σιγουριάς και τρεμάμενης ευαισθησίας, κάνοντας την εκδίκηση του θεού, να φαντάζει ακόμη και δίκαιη. Η ηθοποιός με αξιοζήλευτη, ερμηνευτική ακρίβεια, μας έπεισε, ότι ο γιος της αδικοχαμένης Σεμέλης, είναι πράγματι θεός και μάλιστα σπλαχνικός και δοτικός προς τους ανθρώπους. Τους προσφέρει άφθονο το κρασί του, το γλυκό ελιξίριο της λήθης, της παραφοράς, του ξέφρενου γλεντιού, του ελεύθερου έρωτα, της λαγνείας. Κι οι άμυαλοι άνθρωποι, πως του το ανταποδίδουν; Μ΄ασέβεια και περιφρόνηση. Είναι όλοι άξιοι της μοίρας τους. Γλυκά και σαδιστικά αργά θα τους τυλίξει στα φαρμακερά της δίχτυα, τα πλεγμένα με περισσή μαεστρία και στο τέλος θα τους ανακοινώσει το μέλλον τους, με ύφος παγερό και νηφάλιο και λόγο απαλό και βελούδινο, εντείνοντας ακόμα περισσότερο το δράμα τους και κάνοντας εμάς το κοινό, να ανατριχιάσουμε από αποτροπιασμό.



Στο σύνολο της παράστασης – και μεμονωμένα- η Άντζελα Μπρούσκου πέτυχε το πιο σημαντικό. Να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, εντείνοντας την προσμονή, για την τελική σκηνή της πιο σημαντικής αποκάλυψης. Αυτό που κραδαίνει περήφανη η Αγαύη, το άγριο κυνήγι της, δεν είναι άλλο από το κεφάλι του μονάκριβου παιδιού της. Από εκεί και πέρα τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. Μια νέα εποχή ξεπροβάλλει, μέσα από τις στάχτες της προγενέστερης, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη φύση. Το “παλιό” πρέπει να πεθάνει, για να γεννηθεί το “καινούργιο”. Καθαρά σημειολογικά, οι Βάκχες ακόμα και χρονολογικά (γράφτηκαν το 405 και αποτελούν το Κύκνειο Άσμα του Ευριπίδη) είναι αυτό ακριβώς. Η μετάβαση σε μια νέα εποχή - χειρότερη η καλύτερη δεν διευκρινίζεται -  αφού όμως πρώτα αναμετρηθεί ο άνθρωπος με το “θεό” και το “κτήνος”, που συνυπάρχουν μέσα του. 

Μακάρι στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και των υπόλοιπων καλλιτεχνικών διοργανώσεων, να παρακολουθούμε τέτοιες δουλειές, που προάγουν τον πολιτισμό και στο Εξωτερικό  (πλήθος τουριστών βρίσκονταν ανάμεσα στο κοινό),  χωρίς να προδίδουν και το όραμα του καλλιτέχνη, γιατί κακά τα ψέματα, η ίδια η ουσία της δουλειάς του, βρίσκεται στον πειραματισμό, την αμφισβήτηση των στερεοτύπων και την διαρκή αναζήτηση νέων τρόπων έκφρασης. 

Άνθρωποι από διαφορετικές χώρες, με εντελώς διαφορετική κουλτούρα συναντήθηκαν το Σάββατο 9 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου κι ακόμα κι αν δεν υπήρχαν οι αγγλικοί υπέρτιτλοι, όλοι θα καταλάβαιναν το βαθύτερο νόημα της παράστασης, μέσα από την πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο. Τη θεατρική. 




























Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Δύο Λυρικά Ποιήματα, Valerius Catullus- Πίνδαρος


ΕικόναApolo y las Musas, Simon Vouet



Μετάφραση: Ελευθερία Μπέλμπα*


G. Valerius Catullus
Cui dono lepidum novum libellum
arida modo pumice expolitu?
Corneli, tibi: namque tu solebas
meas esse aliquid putare nugas
iam tum, cum ausus es unus Italorum
omne aevum tribus explicare cartis
doctis, Iuppiter, et laboriosis.
Quare habe tibi quidquid hoc libelli,
qualecumque quidem patroni ut ergo
plus uno maneat perenne saecio.
Σε ποιον το καινούριο, κομψό να δωρίσω σύγγραμμά μου που
σε πέτρα αιχμηρή επεξεργάστηκα πριν;
Σε σένα, Κορνήλιε: γιατί συνηθίζεις εσύ
να πιστεύεις τα δικά μου παίγνια πως είναι
κάτι ήδη, όταν μοναδικός από τους Ιταλούς τόλμησες τότε
τον αιώνα ολόκληρο να εξηγήσεις σε τρεις τόμους
επιστάμενους, μα το Δία, και πολύπονους.
Γι’ αυτό έχε για σένα το όποιο αυτό βιβλιαράκι,
όποιο τελοσπάντων κι αν είναι,
που εξαιτίας τέτοιου προστάτη
παντοτινά πιότερο από ολόκληρη χιλιετηρίδα παραμένει.



Πίνδαρος, «Έβδομος Πυθιόνικος (Μεγακλεῖ Ἀθηναίῳ τεθρίππῳ) 

Κάλλιστον αἱ μεγαλοπόλιες Ἀθᾶναι
προοίμιον Ἀλκμανιδᾶν εὐρυσθενεῖ
γενεᾷ κρηπῖδ΄ ἀοιδᾶν ἵπποισι βαλέσθαι.
ἐπεὶ τίνα πάτραν͵ τίνα οἶκον ναίων ὀνυμάξεαι
ἐπιφανέστερον
Ἑλλάδι πυθέσθαι;
πάσαισι γὰρ πολίεσι λόγος ὁμιλεῖ
Ἐρεχθέος ἀστῶν͵ Ἄπολλον͵ οἳ τεόν
δόμον Πυθῶνι δίᾳ θαητὸν ἔτευξαν.
ἄγοντι δέ με πέντε μὲν Ἰσθμοῖ νῖκαι͵ μία δ΄ ἐκπρεπής
Διὸς Ὀλυμπιάς͵
δύο δ΄ ἀπὸ Κίρρας͵
ὦ Μεγάκλεες͵
ὑμαί τε καὶ προγόνων.
νέᾳ δ΄ εὐπραγίᾳ χαίρω τι· τὸ δ΄ ἄχνυμαι͵
φθόνον ἀμειβόμενον τὰ καλὰ ἔργα. φαντί γε μάν
οὕτω κ΄ ἀνδρὶ παρμονίμαν
θάλλοισαν εὐδαιμονίαν τὰ καὶ τὰ φέρεσθαι.

Η μεγάλη πόλη των Αθηνών
είναι η ωραιότερη εισαγωγή, για να τεθεί θεμέλιο στον ύμνο για τη νίκη
των αρμάτων στην πανίσχυρη γενιά
των Αλκμαιωνιδών.
Γιατί σε ποια πατρίδα, σε ποιο άλλο
σπίτι κατοικώντας θα μπορούσες να πεις και ν’ ακούσεις πως το όνομά σου
είναι πιο ξακουστό στην Ελλάδα;

Σ’ όλες τις πόλεις γίνεται λόγος για
τους πολίτες του Ερεχθέα, Απόλλωνα, που έχτισαν το θαυμαστό ναό σου
στους ιερούς Δελφούς.

Έχω για οδηγό μου πέντε νίκες στα Ίσθμια, μια ξεχωριστή στην Ολυμπία του Δία και δύο από την Κίρρα,

Μεγακλή, δικές σου και των προγόνων σου. Για τη νέα σου νίκη αισθάνομαι
κάποια χαρά˙ όμως θλίβομαι
γιατί ο φθόνος είναι η ανταμοιβή
για τα ωραία έργα. Λένε βέβαια
πως η ευτυχία, αν ανθεί μόνιμα,
φέρνει στον άνθρωπο και καλά και κακά.



Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις: ♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994 ♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997 ♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999 ♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000 ♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002 ♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003 ♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004 ♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006 ♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009